βικίον

βῑκίον [(A)] , τό, Dim. of βῖκος, v.l. in Dsc.2.78;
A

β. ὑέλινον Gp.10.69.1

:— also [full] βῑκίδιον, Suid.
------------------------------------
βῐκίον [(B)] , τό,
A vetch, Vicia sativa, Gal.6.550:—also [full] βῐκία, , Edict.Diocl.17.6, Gp.3.6.7:—hence Adj. [full] βίκειος,

χόρτος Hippiatr.104

.

Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.

Look at other dictionaries:

  • βικίον — neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • βικίοις — βικίον neut dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • βικίου — βικίον neut gen sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • βικίῳ — βικίον neut dat sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • βικί — Ημιορεινός οικισμός (υψόμ. 360 μ., 99 κάτ.) της Χίου. Βρίσκεται στα βόρεια παράλια του νησιού και υπάγεται διοικητικά στον δήμο Καρδαμύλων του νομού Χίου. * * * το (AM βικίον, Μ και βίκιον) σταμνάκι με ένα ή δύο χερούλια μσν. νεοελλ. γυάλινο ή… …   Dictionary of Greek

  • ALABASTRUM proprie idem est — quod φορεῖον vel φόρετρον, vas vel instrumentum alicui rei gerendae aptum, Attice ἀλάβαςτρον, pro ἀνάβαςτρον. Unde et ἀλάβαςτρο??? perticae vel fustes gerendis oneribus accommodae; et ἀλάβαςτρο : vasa quoque unguentaria et inde lapis Alabastrites …   Hofmann J. Lexicon universale

  • βίκος — Μονοετής ή διετής χνουδωτή πόα της οικογένειας των ψυχανθών, με βλαστό έρποντα ή αναρριχώμενο που φτάνει σε μήκος το 1 μ. Έχει φύλλα σύνθετα, από 5 έως 7 ζεύγη, και ελλειψοειδή ή προμήκη φυλλάρια· μετά το τελευταίο ζεύγος φυλλαρίων καταλήγουν σε… …   Dictionary of Greek

  • Wicke, die — Die Wicke, plur. die n, der Nahme einer bekannten Hülsenfrucht und ihres Gewächses, welche zum Futter für das Vieh gebraucht wird, Vicia Linn. Wicken säen, futtern u.s.f. Das Wort ist alt, und in mehrern Sprachen vorhanden; es lautet schon im… …   Grammatisch-kritisches Wörterbuch der Hochdeutschen Mundart

  • LAGENA — ex Graeco ἡ λάγηνος vel λάγυνος, vasis vinarii genus est, κασιγνήςτη βακχείας κύλικος, soror Bacchici calicis hinc dicta, in Epigr. apud Hesych. colli angusti, unde, quia non libere liquor effluit, solet edi sonitus, a quo Franc. Rableslius… …   Hofmann J. Lexicon universale

  • βικία — βικίᾱ , βικία vetch fem nom/voc/acc dual βικίᾱ , βικία vetch fem nom/voc sg (attic doric aeolic) βικίον neut nom/voc/acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.